Βάλτε χρώμα στη ζωή σας ...

To house-painting.gr έχει σκοπό να σας προσφέρει μια σειρά από γρήγορες και εύκολες συμβουλές έτσι ώστε να έχετε ένα καλό αποτέλεσμα κατά τον ελαιοχρωματισμό της οικίας σας ή του επαγγελματικού σας χώρου. Οι τοίχοι του σπιτιού ή του γραφείου σας είναι οι επιφάνειες που σας περιβάλλουν και τις έχετε μπροστά σας τις περισσότερες ώρες της ημέρας. Ένα καλό, οπτικό αποτέλεσμα θα βελτιώσει το χώρο σας και θα δώσει ποιότητα στην καθημερινότητά σας.

Home Λεξικό
Ορισμοί κατά το λεξικό


ελαιόχρωμα το [eleóxroma] Ο49 : χρώμα παρασκευασμένο από χρωστική ουσία αναμεμειγμένη με ειδικό έλαιο: ~ ζωγραφικής. ~ γενικής χρήσης, λαδομπογιά.

[λόγ. ελαιο- 2 + χρώμα μτφρδ. γαλλ. couleur à l΄huile]


ελαιοχρωματίζω [eleoxromatízo] -ομαι Ρ2.1 : βάφω με ελαιόχρωμα.

[λόγ. ελαιοχρωματ- (ελαιόχρωμα) -ίζω]


ελαιοχρωματισμός ο [eleoxromatizmós] Ο17 : βαφή με ελαιόχρωμα.

[λόγ. ελαιοχρωματισ- (ελαιοχρωματίζω) -μός]


ελαιοχρωματιστής ο [eleoxromatistís] Ο7 : βαφέας ειδικός στον ελαιοχρωματισμό.

[λόγ. ελαιοχρωματισ- (ελαιοχρωματίζω) -τής]


απόχρωση η [apóxrosi] Ο33 : 1.παραλλαγή βασικού χρώματος: Στη φύση βρίσκουμε όλες τις αποχρώσεις του πράσινου. Ο τοίχος είναι βαμμένος σε μια ανοιχτή ~ του μπλε. Ο ουρανός ήταν γαλάζιος με ρόδινες αποχρώσεις. || (επέκτ.) για ήχο, παραλλαγή ενός βασικού ή συνηθισμένου τόνου: Όταν διάβαζε, η φωνή του έπαιρνε διάφορες αποχρώσεις. 2. (μτφ.) για κτ. που διαφέρει ελαφρά από ό,τι είναι ή θεωρείται βασικό, κύριο: Οι συνώνυμες λέξεις έχουν συνήθως μια διαφορετική εννοιολογική ~. Yπήρχε μια ~ ειρωνείας στα λόγια του. Ο συγγραφέας μάς δίνει όλες τις συναισθηματικές αποχρώσεις των ηρώων του. || Εκπρόσωποι όλων των πολιτικών αποχρώσεων, των πολιτικών τάσεων, ρευμάτων.

[λόγ. < ελνστ. ἀπόχρω(σις) `προσθήκη χρώματος΄ -ση σημδ. γαλλ. coloration]


βάψιμο το [vápsimo] Ο50 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βάφω. I1. ο χρωματισμός αντικειμένων είτε με τη βύθισή τους σε χρωστικό διάλυμα είτε με την κάλυψη της επιφάνειάς τους με χρωστικές ύλες· βαφή: ~ μαλλιών / αυγών / υφασμάτων. ~ τοίχων / επίπλων. Στο σπίτι έχουμε βαψίματα. || το αποτέλεσμα του χρωματισμού: Kαλό / κακό / ζωηρό ~. 2. ο χρωματισμός ορισμένων σημείων του σώματος, ιδίως το μακιγιάρισμα του προσώπου, κυρίως για καλλωπισμό ή μεταμφίεση: Tο έντονο ~ δεν της πάει καθόλου. II. διαδικασία σκλήρυνσης μετάλλων· βαφή.

[βαψ- (βάφω) -ιμο]


μπογιά η [bojá] Ο24 : 1α. η χρωστική ουσία, στερεά ή υγρή, με την οποία βάφεται κτ.· χρώμα, βαφή: Kόκκινη / πράσινη / κίτρινη ~. ~ για το βάψιμο τοίχων. ~ επίπλων / παπουτσιών· (πρβ. βερνίκι). Bούτηξε το πινέλο στο δοχείο με την ~. ~ για τα μαλλιά. ΦΡ (δεν) περνάει η ~ κάποιου, τα προσόντα του, οι ικανότητές του κτλ. (δεν) έχουν πέραση: Γέρασε και δεν περνάει πια η ~ του. β. το λεπτό στρώμα μπογιάς που καλύπτει μια βαμμένη επιφάνεια: Δε στέγνωσε ακόμα η ~. Ξύθηκε η ~ από το έπιπλο. Έφυγε η ~ από τα κάγκελα. 2. χρωματιστό μολύβι που το χρησιμοποιούν τα παιδιά για να ζωγραφίσουν: Kασετίνα με μπογιές. μπογιατζής ο [bojadzís] Ο8 : τεχνίτης που ασχολείται με το βάψιμο τοίχων. ΦΡ τα μυαλά* σου και μια λίρα και του μπογιατζή ο κόπανος.

[τουρκ. boyacι ]


μπογιατίζω [bojatízo] -ομαι & μπογιαντίζω [bojadízo] -ομαι Ρ2.1 : βάφω μια επιφάνεια ιδίως με υγρή μπογιά: ~ τον τοίχο.

[-ντί-: τουρκ. boyad(ι) (γ' εν. αορ. του ρ. boyar) -ίζω· -τί-: ανομ. ηχηρ. [b-d > b-t] ]


μπογιάτισμα το [bojátizma] & μπογιάντισμα το [bojádizma] Ο49 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μπογιατίζω.

[μπογιατισ-, μπογιαντισ- (μπογιατίζω, μπογιαντίζω) -μα]


χρωμάτισμα το [xromátizma] Ο49 : η ενέργεια του χρωματίζω. 1. βάψιμο: Tο ~ του τοίχου. 2. (μτφ.): Tο ~ της φωνής, το ανέβασμα ή το κατέβασμα της φωνής σε ορισμένους φθόγγους, για να τονίσουμε ορισμένα σημεία του λόγου μας.

[λόγ. χρωματισ- (χρωματίζω) -μα]


χρωματισμός ο [xromatizmós] Ο17 : 1.το αποτέλεσμα του χρωματίζω· χρώ μαI1α: Yφάσματα με / σε ωραίους χρωματισμούς. 2. (μτφ.) α. ιδιαίτερη έκφραση στη φωνή ή στα λόγια· χρωμάτισμα2. β. (μουσ.) η μεταβολή της δύναμης του ήχου στην εκτέλεση των φθόγγων.

[λόγ. < ελνστ. χρωματισμός]